Page images
PDF
EPUB

I

1

4 E 22 ευθύς σκανδαλίζεται. ο δε εις τας ακάνθας σπαρείς, ου- 18

τός έστιν και τον λόγον ακούων, και η μέριμνα του αιώνος

τούτου και η απάτη του πλούτου συμπνίγει τον λόγον, 23 και άκαρπος γίνεται. ο δε επί την γην την καλήν σπα- 20

ρείς, ούτός έστιν και τον λόγον ακούων και συνιών· ος δή καρποφορεί, και ποιεί ο μεν εκατόν, ο δε εξήκοντα, ο δε

τριάκοντα. 24 "Αλλην παραβολήν παρέθηκεν αυτοίς λέγων, Ωμοιώθη

η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω σπείροντι καλόν σπέρ25 μα εν τω αγρώ αυτού εν δε τω καθεύδειν τους ανθρώ

πους, ήλθεν αυτού ο εχθρός και έσπειρε ζιζάνια ανά 26 μέσον του σίτου, και απήλθεν. ότε δε έβλάστησεν ο

χόρτος, και καρπόν εποίησε, τότε εφάνη και τα ζιζάνια. 27 προσελθόντες δε οι δούλοι του οικοδεσπότου, είπον αυτώ,

Κύριε, ουχί καλόν σπέρμα έσπειρας εν τω σω αγρώ ; 28 πόθεν ούν έχει τα ζιζάνια και ο δε έφη αυτοίς, 'Εχθρός

άνθρωπος τούτο εποίησεν. οι δε δούλοι είπον αυτώ, Θέ29 λεις oύν απελθόντες συλλέξωμεν αυτά ; ο δε έφη, Ού

μήποτε συλλέγοντες τα ζιζάνια, εκριζώσητε άμα αυτούς 3ο τον σίτον. άφετε συναυξάνεσθαι αμφότερα μέχρι του

θερισμού και εν τω καιρώ του θερισμού ερώ τους θερισταϊς, Συλλέξατε πρώτον τα ζιζάνια, και δήσατε αυτά είς δέσμας προς το κατακαύσαι αυτά: τον δε σίτον συναγάγετε εις την αποθήκην μου.

I 31 "Αλλην παραβολήν παρέθηκεν αυτοίς λέγων, Ομoία 31

έστιν η βασιλεία των ουρανών κόκκο σινάπεως, ον λα32 βών άνθρωπος έσπειρεν εν τω αγρώ αυτού και μικρότερον 32

μέν έστι πάντων των σπερμάτων όταν δε αυξηθή, μείζoν των λαχάνων έστι, και γίνεται δένδρον, ώστε ελθείν τα πετεινά του ουρανού, και κατασκηνούν εν τοις κλάδοις αυτού.

*Αλλην παραβολήν ελάλησεν αυτοίς, Ομοία εστίν η βασιλεία των ουρανών ζύμη, ήν λαβούσα γυνή ενέκρυψεν

είς αλεύρου σάτα τρία, έως ου εζυμώθη όλον. 34 Ταύτα πάντα ελάλησεν ο Ιησούς εν παραβολαίς τοϊς 33

27 έχει ζιζάνια Α. 30 εν καιρώ Α. αυτά δέσμας Β. 33 γυνή έκρυψεν D.

21

eth for a while: for when tribulation or persecution

ariseth because of the word, by and by qhe is offended. q ch.11.6. 22 "He also that received seed Samong the thorns is her ch. 19. a3. that heareth the word; and the care of this world, and Luke 18. 24:

the deceitfulness of riches, choke the word, and he be- 2 Tim. 4. 10. 23 cometh unfruitful. But he that received seed into the Jer. 4. 3.

good ground is he that heareth the word, and understandeth it; which also beareth fruit, and bringeth

forth, some an hundredfold, some sixty, some thirty. 24 | Another parable put he forth unto them, saying,

The kingdom of heaven is likened unto a man which 25 sowed good seed in his field : but while men slept, his

enemy came and sowed tares among the wheat, and 26 went his way. But when the blade was sprung up,

and brought forth fruit, then appeared the tares also. 27 So the servants of the housholder came and said unto

him, Sir, didst not thou sow good seed in thy field ? 28 from whence then hath it tares? He said unto them, An enemy

hath done this. The servants said unto him, Wilt thou then that we go and gather them up? 29 But he said, Nay; lest while ye gather up the tares, 30 ye root up also the wheat with them. Let both grow

together until the harvest: and in the time of harvest I will say to the reapers, Gather ye together first the tares, and bind them in bundles to burn them: but gather the wheat into my barn.

t ch. 3. 12. 1 Another parable put he forth unto them, saying,

The kingdom of heaven is like to a grain of mustard u Isai. 2. 2, 3. 32 seed, which a man took, and sowed in his field: which Mark 4. 30.

indeed is the least of all seeds: but when it is grown, 19.
it is the greatest among herbs, and becometh a tree,
so that the birds of the air come and lodge in the

branches thereof. 33 9 % Another parable spake he unto them; The king- x Luke 13.20.

dom of heaven is like unto leaven, which a woman took, and hid in three l measures of meal, till the

whole was leavened. 34 yAll these things spake Jesus unto the multitude in y Mark 4. 33,

31

U

Luke 13. 18,

1 The word in the Greek is a measure containing about a peck and a half, wanting a little more than a pint.

34.

4 35 όχλοις, και χωρίς παραβολής ουκ ελάλει αυτούς όπως 34

πληρωθή το ρηθέν διά του προφήτου λέγοντος, 'Ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου ερεύξομαι κεκρυμμένα από

καταβολής κόσμου. 36 Τότε αφείς τους όχλους, ήλθεν εις την οικίαν ο Ιη

σούς και προσήλθον αυτό οι μαθηταί αυτου λέγοντες,

Φράσον ημίν την παραβολήν των ζιζανίων του αγρού. 37 ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς, “Ο σπείρων το καλόν σπέρ38 μα, έστιν ο υιός του ανθρώπου και δε αγρός έστιν ο

κόσμος το δε καλόν σπέρμα, ούτοι εισιν οι υιοί της 39 βασιλείας τα δε ζιζάνια εισιν οι υιοί του πονηρού και

δε εχθρός ο σπείρας αυτά έστιν ο διάβολος" ο δε θε

ρισμός, συντέλεια του αιώνός έστιν οι δε θερισται άγ40 γελοί εισιν. ώσπερ ούν συλλέγεται τα ζιζάνια, και πυρι

κατακαίεται ούτως έσται εν τη συντελεία του αιώνος 41 τούτου. αποστελεί ο υιός του ανθρώπου τους αγγέλους

αυτού, και συλλέξουσιν εκ της βασιλείας αυτού πάντα 42 τα σκάνδαλα και τους ποιoύντας την ανομίαν, και βα

λούσιν αυτούς εις την κάμινον του πυρός· εκεί έσται και 43 κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. τότε οι δίκαιοι

εκλάμψουσιν ώς ο ήλιος, εν τη βασιλεία του πατρός αυτων. ο έχων ώτα ακούειν, ακούετω.

Πάλιν ομοία εστίν η βασιλεία των ουρανών θησαυρώ κεκρυμμένω εν τω αγρω, δν ευρών άνθρωπος έκρυψε: και από της χαράς αυτού υπάγει και πάντα όσα έχει πωλεί, και αγοράζει τον αγρόν εκείνον.

Πάλιν ομοία εστίν η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω 46 εμπόρω, ζητούντι καλούς μαργαρίτας: δς ευρών ένα πολύ

τιμον μαργαρίτην, απελθών πέπρακε πάντα όσα είχε, και

ηγόρασεν αυτόν. 47 Πάλιν ομοία έστιν η βασιλεία των ουρανών σαγήνη

βληθείση εις την θάλασσαν, και εκ παντός γένους συνα48 γαγούση: ήν ότε επληρώθη αναβιβάσαντες επί τον αι

γιαλόν, και καθίσαντες συνέλεξαν τα καλά εις αγγεία, 49 τα δε σαπρα έξω έβαλoν. ούτως έσται εν τη συντελεία

του αιώνος" εξελεύσονται οι άγγελοι, και αφοριούσι τους 50 πονηρούς εκ μέσου των δικαίων, και βαλούσιν αυτούς

εις την κάμινον του πυρός: εκεί έσται ο κλαυθμός και

44

45

36 ο ιησούς om. Β. 40 πυρί καίεται Α. τούτου om. D. ρών δε ένα Α. 48 και om. D.

46 ευ.

26. I Cor. 2. 7. Eph. 3.9. Col. I. 26.

2 Pet. 2, 1, 2.

parables; and without a parable spake he not unto 35 them : that it might be fulfilled which was spoken by the prophet, saying, 2 I will open my mouth in para- z Ps. 78. a. bles; a I will utter things which have been kept secret a Rom. 16. 25, from the foundation of the world. 36 Then Jesus sent the multitude away, and went into

the house : and his disciples came unto him, saying,

Declare unto us the parable of the tares of the field. 37 He answered and said unto them, He that soweth the 38 good seed is the Son of man; bthe field is the world ; b ch. 24. 14.

the good seed are the children of the kingdom; but Mark 16. 15, 39 the tares are cthe children of the wicked one; the 47. Rom. 10. enemy that sowed them is the devil; d the harvest is Gen.3.19.

the end of the world; and the reapers are the angels. Acts 13.16 40 As therefore the tares are gathered and burned in the John 3. 8. 41 fire; so shall it be in the end of this world. The Son Rev. 14. 15:

of man shall send forth his angels, eand they shall ch.18.7:

gather out of his kingdom all 1 things that offend, 42 and them which do iniquity; fand shall cast them fch. 3. 12.

into a furnace of fire: Sthere shall be wailing and & 20.10. 43 gnashing of teeth. h Then shall the righteous shine

forth as the sun in the kingdom of their Father. Dan. 12. 3. iWho hath ears to hear, let him hear.

Again, the kingdom of heaven is like unto treasure i ver. 9. hid in a field; the which when a man hath found, he hideth, and for joy thereof goeth and k selleth all that k Phil. 3. 7, 8. he hath, and I buyeth that field.

Again, the kingdom of heaven is like unto a 46 merchant man, seeking goodly pearls: who, when he

had found mone pearl of great price, went and sold m Prov. 2: 4

all that he had, and bought it. 47 | Again, the kingdom of heaven is like unto a net,

that was cast into the sea, and n gathered of every kind: n ch. 22. 10. 48 which, when it was full, they drew to shore, and sat

down, and gathered the good into vessels, but cast the 49 bad away. So shall it be at the end of the world: the

angels shall come forth, and sever the wicked from o ch. 25. 32. 50 among the just, Pand shall cast them into the furnace p ver. 42. of fire: there shall be wailing and gnashing of teeth.

1 Or, scandals.

g ch. 8. 12. ver. so. Wisd. 3. 7. 1 Cor. 15. 42,

43, 58.

44

1 Isai. 55. 1. Rev. 3. 18.

45

& 3. 14, 15 & 8. 10, 19.

6 9

53

51 ο βρυγμός των οδόντων. Λέγει αυτοίς ο Ιησούς, Συνή52 κατε ταύτα πάντα; λέγουσιν αυτώ, Ναι κύριε. “Ο δε

είπεν αυτοίς, Διά τούτο πας γραμματεύς μαθητευθείς εις την βασιλείαν των ουρανών, όμοιός έστιν ανθρώπω οικοδεσπότη, όστις εκβάλλει εκ του θησαυρού αυτού καινά και παλαιά.

Και εγένετο ότε ετέλεσεν ο Ιησούς τας παραβολάς 54 ταύτας, μετήρεν εκείθεν και ελθών εις την πατρίδα αυ- 1

του, εδίδασκεν αυτούς εν τη συναγωγή αυτών, ώστε εκ

πλήττεσθαι αυτούς και λέγειν, Πόθεν τούτω ή σοφία 55 αύτη και αι δυνάμεις ; ουχ ούτός έστιν και του τέκτονος 3

υιός ; ουχί ή μήτηρ αυτου λέγεται Μαριάμ, και οι άδελ

φοί αυτου Ιάκωβος και Ιωσης και Σίμων και Ιούδας ; 56 και αι αδελφαί αυτού ουχί πάσαι προς ημάς εισι; πόθεν 57 ούν τούτω ταύτα πάντα; και εσκανδαλίζοντο εν αυτώ.

ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς, Ουκ έστι προφήτης άτιμος, 4 58 ει μη εν τη πατρίδι αυτού και εν τη οικία αυτού. και 5

ουκ εποίησεν εκεί δυνάμεις πολλάς διά την απιστίαν

αυτών. 14 'ΕΝ εκείνη τω καιρώ ήκουσεν Ηρώδης και τετράρχης 14 7 2 την ακοήν Ιησού, και είπε τοις παισιν αυτού, Ούτός έστιν Ιωάννης ο βαπτιστής: αυτός ηγέρθη από των νεκρών, 15 8 και διά τούτο αι δυνάμεις ενεργούσιν εν αυτώ. Ο γάρ 17 “Ηρώδης κρατήσας τον Ιωάννην, έδησεν αυτόν και έθετο εν φυλακή, διά Ηρωδιάδα την γυναίκα Φιλίππου του 4 αδελφού αυτού. έλεγε γαρ αυτώ ο Ιωάννης, Ουκ έξεστι 18 5 σοι έχειν αυτήν. και θέλων αυτών αποκτείναι, εφοβήθη 19 6 τον όχλον, ότι ως προφήτην αυτόν είχον. γενεσίων δε 21

αγομένων του Ηρώδου, ώρχήσατο η θυγάτηρ της Ηρωη διάδος εν τω μέσω, και ήρεσε το Ηρώδης όθεν μεθ' 23 8 όρκου ώμολόγησεν αυτή δούναι και εάν αιτήσηται. Η δε 24 προβιβασθείσα υπό της μητρός αυτής, Δός μοι φησίν, ώδε επί πίνακι την κεφαλήν 'Ιωάννου του βαπτιστού. 9 και ελυπήθη ο βασιλεύς, διά δε τους όρκους και τους 26 1ο συνανακειμένους εκέλευσε δοθήναι και πέμψας απεκε- 27 11 φάλισε τον Ιωάννην εν τη φυλακή. και ήνέχθη η κε- 28

φαλή αυτού επί πίνακι, και εδόθη το κορασίων και

[ocr errors]

51 λέγει αυτούς ο ιησούς om. Β. κύριε om. D. βασιλεία των Α. μαθη. εν τη βασιλεία των D.

52 μαθη, τη

« PreviousContinue »