Page images
PDF
EPUB

34

35

13

15

21

2 7 19 πίνων και λέγουσι, Δαιμόνιον έχει. ήλθεν ο υιός του

ανθρώπου εσθίων και πίνων και λέγουσιν, Ιδού άνθρω

πος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών. 20 και εδικαιώθη η σοφία από των τέκνων αυτής. Τότε

ήρξατο ονειδίζειν τας πόλεις, εν αίς εγένοντο αι πλείσται IC 21 δυνάμεις αυτού, ότι ου μετενόησαν. Ουαί σοι Χοραζίν,

ουαί σοι Βηθσαϊδάν, ότι ει εν Τύρω και Σιδώνι εγένοντο

αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν υμίν, πάλαι αν εν σάκκο 22 και σπoδώ μετενόησαν. πλήν λέγω υμίν, Τύρω και Σι- 14 23 δωνι ανεκτότερον έσται εν ημέρα κρίσεως, ή υμίν. Και

συ Καπερναούμ, ή έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση: ότι εί έν Σοδόμοις εγένοντο αι δυνάμεις

αι γενόμεναι εν σοι, έμειναν αν μέχρι της σήμερον. 24 πλήν λέγω υμίν, ότι γη Σοδόμων ανεκτότερον έσται εν 25 ημέρα κρίσεως, ή σοί. Έν εκείνη τω καιρώ αποκριθείς

ο Ιησούς είπεν, Εξομολογούμαι σοι πάτερ κύριε του

ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών 26 και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις. ναι ο πατήρ, 27 ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου. πάντα μου

παρεδόθη υπό του πατρός μου και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν, ει μή ο πατήρ ουδε τον πατέρα τις επιγινώ

σκει, ει μή ο υιός, και ο εαν βούληται ο υιός αποκαλύ28 ψαι. Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες και πεφορ29 τισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. άρατε τον ζυγόν μου

εφ' υμάς, και μάθετε απ' εμού, ότι πραός είμι και ταπει

νός τη καρδία και ευρήσετε απάπαυσιν ταϊς ψυχαίς υμών. 30 ο γαρ ζυγός μου χρηστος, και το φορτίον μου ελαφρόν έστιν.

6 12 ΕΝ εκείνο τω καιρώ επορεύθη ο Ιησούς τους σάβ- 23 )

βασι δια των σπορίμων: οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν, και ήρξαντο τίλλειν στάχυας και εσθίειν. οι δε Φαρι- 24 σαίοι ιδόντες είπον αυτώ, Ιδού οι μαθηταί σου ποιούσιν, 3 και ουκ έξεστι ποιείν εν σαββάτω. ο δε είπεν αυτοίς, Ούκ 25 3

ανέγνωσε τι εποίησε Δαβίδ, ότε επείνασεν αυτός και οι 4 μετ' αυτού και πώς εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού, και 26 4

2

2 22

21 βηθσαϊδά C. 3 aŭtos om. A.

23 και έως του ουρανού υψώθης έως D.

ver. 24

13.

19 say, He hath a devil. The Son of man came eating and drinking, and they say, Behold a man gluttonous, and a winebibber, 9a friend of publicans and sinners. q ch. 9. 10. 20 r But wisdom is justified of her children. qs Then be-r Luke 7. 35.

gan he to upbraid the cities wherein most of his mighty 13, &c. 21 works were done, because they repented not: Woe

unto thee, Chorazin! woe unto thee, Bethsaida ! for if the mighty works, which were done in you, had been done in Tyre and Sidon, they would have repented long ago tin sackcloth and ashes. But I say unto you, Jonah 3. 7,

u It shall be more tolerable for Tyre and Sidon at the u ch. 10. 15. 23 day of judgment, than for you. And thou, Caper

naum, * which art exalted unto heaven, shalt be brought » See Isai, 14. down to hell : for if the mighty works, which have been done in thee, had been done in Sodom, it would have 24 remained until this day. But I say unto you, y That y ch. 10.15.

it shall be more tolerable for the land of Sodom in the 25 day of judgment, than for thee. 12 At that time Jesus z Luke 10.21.

answered and said, I thank thee, O Father, Lord of heaven and earth, because a thou hast hid these things a See Ps. 8. 2.

from the wise and prudent, band hast revealed them 27. & 2. 8." 26 unto babes. Even so, Father: for so it seemed good b ch. 16. 17. 27 in thy sight. cAll things are delivered unto me of 4 ch. 28. 18. my Father: and no man knoweth the Son, but the John 3. 35. Father; dneither knoweth any man the Father, save & 17:2 the Son, and he to whomsoever the Son will reveal Cor.15

. 27. 28 him. q Come unto me, all ye that labour and are heavy &6.46

. & 10. 29 laden, and I will give you rest. Take my yoke upon

you, eand learn of me; for I am meek and f lowly in John 13.15. zo heart: & and ye shall find rest unto your souls. h For 1 Pet. 2:21.

my yoke is easy, and my burden is light. 12 AT that time a Jesus went on the sabbath day her.6.28.

through the corn; and his disciples were an hungred, in 1 John 5. 3. 2 and began to pluck the ears of corn, and to eat. But Mark 2.23. when the Pharisees saw it, they said unto him, Behold, thy disciples do that which is not lawful to do upon 3 the sabbath day. But he said unto them, Have ye

not read bwhat David did, when he was an hungred, b 1 Sam. 21. 4 and they that were with him ; how he entered into the house of God, and did eat Cthe shewbread, which was Lev. 24. 32

1 John 2. 6. f Zech. 9. 9.

Luke 6. 1.

6.

c Ex. 25. 30.

2 6

ΙΟ

3

7

[ocr errors]

τους άρτους της προθέσεως έφαγεν, ος ουκ εξόν ήν αυτώ φαγείν, ουδε τοις μετ' αυτού, ει μη τους ιερεύσι μόνοις ; 5 ή ουκ ανέγνωσε εν τω νόμω, ότι τους σαββασιν οι ιερείς

εν τώ ιερώ το σάββατον βεβηλούσι, και αναίτιοί είσι ; 6, 7 λέγω δε υμίν, ότι του ιερού μείζων εστιν ώδε. ει δε

εγνώκειτε τι έστιν, "Ελεον θέλω και ου θυσίαν, ουκ αν 8 κατεδικάσατε τους αναιτίους. κύριος γάρ έστι και του 28 5

σαββάτου ο υιός του ανθρώπου. 9 Και μεταβας εκείθεν, ήλθεν εις την συναγωγήν αυτών. και ιδού άνθρωπος ήν την χείρα έχων ξηράν και επηρώ

τησαν αυτόν λέγοντες, Ει έξεστι τους σάββασι θεραΙΙπεύειν, ίνα κατηγορήσωσιν αυτού. ο δε είπεν αυτοίς,

Τίς έσται εξ υμών άνθρωπος, δς έξει πρόβατον εν, και

εάν εμπέση τούτο τοίς σάββασιν εις βόθυνον, ουχί κρα12 τήσει αυτό και έγερεί ; πόσω ούν διαφέρει άνθρωπος

προβάτου; ώστε έξεστι τοίς σαββασι καλώς ποιείν. 13 τότε λέγει το ανθρώπω, "Έκτεινον την χείρά σου και 5 14 εξέτεινε, και αποκατεστάθη υγιής ως η άλλη, οι δε Φαρι

σαίοι συμβούλιον έλαβον κατ' αυτού έξελθόντες, όπως 15 αυτόν απολέσωσιν. Ο δε Ιησούς γνούς ανεχώρησεν

εκείθεν και ήκολούθησαν αυτό όχλοι πολλοί, και εθερά16 πευσεν αυτούς πάντας και επετίμησεν αυτοίς, ίνα μη 17 φανερόν αυτόν ποιήσωσιν" όπως πληρωθή το ρηθέν διά 18 Ησαΐου του προφήτου λέγοντος, Ιδού ο παίς μου, δν

ηρέτισα: ο αγαπητός μου, εις ον ευδόκησεν η ψυχή μου

θήσω το πνεύμα μου επ' αυτόν, και κρίσιν τοις έθνεσιν 19 απαγγελεί ουκ έρίσει, ουδε κραυγάσει ουδε ακούσει τις 20 εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού. κάλαμον συντετριμ

μένον ού κατέαξει, και λίνον τυφόμενον ού σβέσει έως 21 αν εκβάλη εις νίκος την κρίσιν. και εν τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσι.

II Τότε προσηνέχθη αυτώ δαιμονιζόμενος τυφλός και κω- 14 φός· και εθεράπευσεν αυτόν, ώστε τον τυφλόν και κωφών 23 και λαλείν και βλέπειν. και εξίσταντο πάντες οι όχλοι

22

6 μείζον D. 8 και om. Α. θόντες δε οι φαρισαίοι tr. D.

13 απεκατεστάθη D. 21 εν οm. Α.

14 εξελ.

Luke 6. 6.

9.

16.

not lawful for him to eat, neither for them which were 5 with him, dbut only for the priests? Or have ye not d Ex. 29: 32, read in the elaw, how that on the sabbath days the & 24. 9. priests in the temple profane the sabbath, and are john 7. 29. 6 blameless ? But I say unto you, That in this place is ofone greater than the temple. But if ye had known f2Chr. 6. 18.

what this meaneth, $I will have mercy, and not sacri- g Hos. 6. 6. 8 fice, ye would not have condemned the guiltless. For 8. ch.9. 13:

the Son of man is Lord even of the sabbath day. 9 h And when he was departed thence, he went into h Mark 3. 1. to their synagogue: sand, behold, there was a man which had his hand withered. And they asked him, saying, Is it lawful to heal on the sabbath days ? that they i Luke 13. 14. II might accuse him. And he said unto them, What John

man shall there be among you, that shall have one sheep, and kif it fall into a pit on the sabbath day, k See Ex. 23. 12 will he not lay hold on it, and lift it out? How much 32. 4.

then is a man better than a sheep! Wherefore it is 13 lawful to do well on the sabbath days. Then saith he to the man, Stretch forth thine hand. And he stretched it forth; and it was restored whole, like as the other. 14 9 Then I the Pharisees went out, and i held a council 1ch. 27. 1. 15 against him, how they might destroy him. But when Luke 6. 11

. Jesus knew it, mhe withdrew himself from thence : & 10. 39.

hand great multitudes followed him, and he healed m See ch. 10. 16 them all; and charged them that they should not 73. Mark 3. 17 make him known: that it might be fulfilled which was n ch. 19.2. 18 spoken by Esaias the prophet, saying, P Behold my p Isai. 42. 1. servant, whom I have chosen; my beloved, yin whom q 14.

17. 5. my soul is well pleased : I will put my spirit upon 19 him, and he shall shew judgment to the Gentiles. He

shall not strive, nor cry; neither shall any man hear 20 his voice in the streets. A bruised reed shall he not

break, and smoking flax shall he not quench, till he 21 send forth judgment unto victory. And in his name shall the Gentiles trust.

Then was brought unto him one possessed with a r See ch. 9. devil, blind, and dumb: and he healed him, insomuch 11. Luke ir. 23 that the blind and dumb both spake and saw. And all +4.

1 Or, took counsel.

22

r

15

17

19

20

21

23

3 Ι 24 και έλεγον, Μήτι ούτός έστιν ο υιός Δαβίδ ; οι δε Φαρι- 22

σαίοι ακούσαντες είπον, Ούτος ουκ εκβάλλει τα δαιμόνια, 25 ει μη εν τω Βεελζεβούλ άρχοντι των δαιμονίων. Ειδώς 23

δε ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών, είπεν αυτοίς, Πάσα 24 βασιλεία μερισθείσα καθ' εαυτής, έρημούται και πάσα

πόλις ή οικία μερισθείσα καθ' εαυτής, ου σταθήσεται. 26 και εί ο σατανάς τον σατανάς εκβάλλει, εφ' εαυτόν έμε- 26 18 27 ρίσθη: πώς oύν σταθήσεται η βασιλεία αυτού; και εί

εγώ έν Βεελζεβούλ εκβάλλω τα δαιμόνια, οι υιοί υμών

εν τίνι εκβάλλουσι ; διά τούτο αυτοι υμών έσονται κρι28 ται. ει δε εγώ εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, 29 άρα έφθασεν εφ' υμάς η βασιλεία του Θεού. ή πώς 27

δύναται τις εισελθείν εις την οικίαν του ισχυρού και τα

σκεύη αυτού διαρπάσαι, εάν μή πρώτον δήση τον ισχυρόν, 30 και τότε την οικίαν αυτού διαρπάσει και ο μη ων μετ' εμού,

κατ' εμού έστι και ο μη συνάγων μετ' εμού, σκορπίζει. 31 Διά τούτο λέγω υμίν, Πάσα αμαρτία και βλασφημία 28

αφεθήσεται τους ανθρώποις· η δε του Πνεύματος βλασφη32 μία ουκ αφεθήσεται τους ανθρώποις. και δς αν είπη λόγον

κατά του υιού του ανθρώπου, αφεθήσεται αυτό δς δ' 29

αν είπη κατά του Πνεύματος του αγίου, ουκ αφεθήσεται 33 αυτώ, ούτε εν τούτω τώ αιώνι ούτε έν το μέλλοντι. ή

ποιήσατε το δένδρον καλόν, και τον καρπόν αυτού καλόν:

ή ποιήσατε το δένδρον σαπρόν, και τον καρπόν αυτού 34 σαπρόν εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται. γεν

νήματα έχιδνών, πώς δύνασθε αγαθά λαλείν, πονηροι

όντες ; έκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα 35 λαλεί, ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της

καρδίας εκβάλλει τα αγαθά και ο πονηρός άνθρωπος εκ 36 του πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά. λέγω δε υμίν,

ότι παν ρήμα αργόν, και εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, 37

αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως. έκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση, και εκ των λόγων σου καταδικασθήση.

Τότε απεκρίθησάν τινες των γραμματέων και Φαρισαίων λέγοντες, Διδάσκαλε, θέλομεν από σου σημείον 30 ιδείν. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς, Γενεά πονηρά και

38

2

28 εν πνεύματι θεου εγώ tr. Α. εάν είπη C.

εν τω νύν αιώνι D. Od om. D.

31 τοις ανθρώποις om. D.
35 της καρδίας om. Α.

32 δς

τα αγα

« PreviousContinue »